Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Λύση αλά οθωμανικά!



Του Γιάννου Χαραλαμπίδη*

Φυλετικό κριτήριο στην ψήφο και οι παγίδες στο περιουσιακό
Οδηγεί το περίγραμμα του Προέδρου Χριστόφια και οι συγκλίσεις σε επανένωση ή στη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής;


ΓΙΑΤΙ ο Ε/κ στον βορρά να έχει όσα δικαιώματα έχει ένας αλλοδαπός στο Βέλγιο; 
Το κείμενο των συγκλίσεων και το περίγραμμα λύσης του Προέδρου Χριστόφια εκ των πραγμάτων χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης, για να διαπιστωθεί κατά πόσο συνάδει με δημοκρατικές αρχές και αξίες, με το κοινοτικό κεκτημένο, καθώς και εάν είναι ή όχι στο πνεύμα και στο γράμμα του σχεδίου Ανάν. Εγείρεται ακόμη ένα συναφές ερώτημα: Πού οδηγούν τελικώς οι προτάσεις του Προέδρου; Στην επανένωση ή στη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής, που αποτυπώνεται στον διχοτομικό γεωγραφικό, διοικητικό και πληθυσμιακό διαχωρισμό της Κύπρου.


Εκτελεστική εξουσία και δικαίωμα ψήφου 

Εάν αρχίσει κάποιος την ανάλυση των προτάσεων του Προέδρου από την περί εκτελεστικής εξουσίας θέση, θα διαπιστώσει ότι προτείνεται η εκ περιτροπής Προεδρία με αναλογία 4 προς 2 και σταθμισμένη - διασταυρωμένη ψήφος. Η εισήγηση αυτή σημαίνει ότι η κάθε ψήφος ενός εκάστου των Ελληνοκυπρίων θα μετρά για την εκλογή του Τουρκοκύπριου Προέδρου το 20% και μόνο μιας τουρκοκυπριακής ψήφου.


Δηλαδή, κάθε μία τουρκική ψήφος να ισοδυναμεί με 5 ελληνοκυπριακές! Στην πραγματικότητα καταργείται το δικαίωμα ένας άνθρωπος μια ψήφος. Και η κατάργηση αυτή είναι συναφής με την αποδοχή από μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας του τουρκικού διχοτομικού αξιώματος ότι στον βορρά, δηλαδή στο τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος, θα πρέπει οι Τουρκοκύπριοι να έχουν εσαεί πληθυσμιακή πλειοψηφία.

Κι αυτό μεταφράζεται, συμφώνως προς τις προτάσεις του Προέδρου, ως ακαλούθως:
1. Μόνο ένας περιορισμένος αριθμός Ελληνοκυπρίων θα επιστρέψουν και προφανώς θα μπορούν να έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στον βορρά επί τη βάσει ποσόστωσης.
2. Εκείνοι οι Ελληνοκύπριοι που δεν θα ανήκουν στην ποσόστωση επιστροφής θα έχουν μεν δικαίωμα μόνιμης κατοικίας στο τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος αλλά με περιορισμούς, και θα έχουν, όπως ρητά αναφέρεται στο κείμενο, περιορισμένα πολιτικά και άλλα δικαιώματα, που αφορούν στην τοπική αυτοδιοίκηση και τις Ευρωεκλογές. Συναφώς, επισημαίνεται στο κείμενο ότι πολιτικά δικαιώματα θα έχουν οι κάτοχοι της «εσωτερικής ιθαγένειας».

Αυτό σημαίνει ότι στην Κύπρο θα υπάρχουν τρεις ιθαγένειες. Μια κοινή εξωτερική, προφανώς, της Ενωμένης Ομόσπονδης Κύπρου και δυο άλλες εσωτερικές, μία για κάθε συνιστών κράτος. Η εσωτερική ιθαγένεια είναι αυτή που καθορίζει τα πολιτικά δικαιώματα όχι μόνο στο πλαίσιο του κάθε συνιστώντος κράτους, αλλά και της Ενωμένης Ομόσπονδης Κύπρου στην ακόλουθη βάση: Για να έχει ένας Ελληνοκύπριος πλήρη πολιτικά δικαιώματα στον βορρά, θα πρέπει να αποκτήσει την τουρκοκυπριακή εσωτερική ιθαγένεια.

Εάν όμως αποκτήσει την τουρκοκυπριακή εσωτερική ιθαγένεια, θα απολέσει την ελληνοκυπριακή εσωτερική ιθαγένεια. Οπότε επιστρέφουμε στην οθωμανική πρακτική, που υποστήριζε ότι δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι Τούρκοι μουσουλμάνοι. Συνεπώς, εάν κάποιος χριστιανός Έλληνας την εθνικότητα ή Αρμένιος ήθελαν να έχουν δικαίωμα ψήφου, θα έπρεπε να απολέσουν την εθνική και τη θρησκευτική τους ταυτότητα.

Συναφώς, με τη λύση του Κυπριακού, δεν θα έχουμε στο βόρειο σήμερα κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου την εφαρμογή του ανασταλθέντος κοινοτικού κεκτημένου, που είναι αποτέλεσμα της εισβολής, αλλά την επιστροφή στην οσμανική - οθωμανική πραγματικότητα. Η εξέλιξη αυτή θα συνιστά μιας πρώτης τάξεως νίκη των θεωριών του Νταβότουγλου και επισημοποίηση του πληθυσμιακού, γεωγραφικού και διοικητικού διαχωρισμού της Κύπρου.

Είναι, δε, πρόδηλο ότι η παραχώρηση σε όσους Ελληνοκυπρίους θα έχουν μόνιμη κατοικία στον βορρά δικαιωμάτων να ψηφίζουν σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης και Ευρωεκλογών, τους καθιστά Βέλγους ή Πολωνούς στην ίδιά τους την πατρίδα! Στην ουσία, εάν ο γράφων επιλέξει μόνιμη κατοικία στην Κερύνεια, θα έχει όσα πολιτικά δικαιώματα του αναγνωρίζει το κράτος του Βελγίου ως αλλοδαπός! Συνεπώς, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της λογικής και της πρακτικής εφαρμογής των «δυο κρατών» που θα ζουν πλάι - πλάι.


Βέτο, υπουργικό και φινλανδοποίηση 
ΣΤΟ θέμα της εκτελεστικής εξουσίας υπάρχει στα κείμενα του Προέδρου ακόμη μια εισήγηση, η οποία είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα: Στο υπουργικό συμβούλιο, που θα αποτελείται από αναλογία 9 προς 5, για τη λήψη απόφασης επιβάλλεται η ψήφος τουλάχιστον 2 μελών από κάθε συνιστών κράτος. Προστίθεται, όμως, ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θα μπορούν να ακυρώσουν οποιαδήποτε απόφαση με την οποία διαφωνούν επί θεμάτων που αφορούν στις εξωτερικές σχέσεις, στην άμυνα και την ασφάλεια.


Με άλλα λόγια, διατηρούν ένας έκαστος το δικαίωμα του βέτο. Και υπό αυτές τις συνθήκες, πώς θα λαμβάνονται γρήγορα και κατά τρόπον αξιόπιστο χωρίς ξένες παρεμβάσεις, οι όποιες αποφάσεις και δη οι σημαντικές; Στην ουσία, η άμυνα και εξωτερική πολιτική, καθώς και τα ζητήματα ασφάλειας του νέου πολιτειακού συστήματος θα τυγχάνουν της έγκρισης της Τουρκίας.

Όταν αυτή διαφωνεί, θα ασκεί βέτο μέσω του Τουρκοκύπριου Προέδρου ή Αντιπροέδρου. Η λεγόμενη «φινλανδοποίηση» θα θεσμοθετηθεί. Φανταστείτε τι θα συμβεί εάν πρέπει να ληφθεί απόφαση από το υπουργικό συμβούλιο της Κύπρου, όπως το εισηγείται ο Πρόεδρος, για ζητήματα που αφορούν στην ΕΕ με τα οποία διαφωνεί η Τουρκία. Υπάρχει κανείς λογικός πολίτης που πιστεύει ότι εάν η απόφαση της πλειοψηφίας είναι διαφορετική από την εξυπηρέτηση των τουρκικών εθνικών συμφερόντων, δεν θα ανατραπεί μέσω του βέτο που θα ασκηθεί από τον Τουρκοκύπριο Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο;


Εξωτερικές Σχέσεις … 
ΣΤΟ θέμα των εξωτερικών σχέσεων, στο κείμενο του Προέδρου επισημαίνεται ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα χρησιμοποιεί την αρμοδιότητά της για σύναψη συνθηκών κατά τρόπον που δεν θα σφετερίζεται την αρμοδιότητα των συνιστώντων κρατών. Και ποιες θα είναι αυτές οι αρμοδιότητες και πώς θα καθορίζονται; Θα καθαρίζονται ρητώς ή με εποικοδομητικές ασάφειες; Και αν θα είναι ακριβείς οι αρμοδιότητες των συνιστώντων κρατών και της κεντρικής κυβέρνησης, γιατί προδικάζεται η ανάγκη δημιουργίας κοινής επιτροπής εξωτερικών σχέσεων, που θα συνιστά Σώμα για θέματα που αφορούν στις αρμοδιότητες των συνιστώντων κρατών σε σχέση με τις αρμοδιότητες των ομόσπονδων μονάδων;


Στην ουσία, η διάταξη αυτή παραπέμπει σε μια οιονεί αρχή της επικουρικότητας. Δηλαδή, όσες εξουσίες δεν ανήκουν στην κεντρική κυβέρνηση, θα ανήκουν στα συνιστώντα κράτη. Και επί τούτου θα πρέπει να διευκρινιστεί ποια είναι η πηγή της εξουσίας. Ή ποιες θα είναι οι πηγές της εξουσίας. Εκτός και αν υπάρχουν δυο πηγές εξουσίας, είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο.
Πάντως ο κ. Ταλάτ, με το έγγραφο που κατέθεσε τον Ιανουάριο του 2010, αναφέρεται κατά γενικήν ομολογία σε δυο πηγές εξουσίας! Εκ των πραγμάτων, το ζήτημα αυτό είναι συναφές με την παρθενογένεση, καθώς και με τον τρόπο που θα διατυπωθούν οι τελικές συνταγματικές διατάξεις. Όταν όμως από τις «γενικές γραμμές λύσης» υπάρχει σύγχυση, μπορεί να αντιληφθεί κάποιος τι θα συμβεί στη συνέχεια και πώς θα λειτουργήσει ένα δαιδαλώδες πολιτειακό σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου για κάθε απόφαση θα υπάρχουν και συμβούλια επίλυσης διαφορών.

Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ της ιδιοκτησίας των Ελληνοκυπρίων προσφύγων και μη, και η αρχή ότι ο πρώτος λόγος ανήκει, όπως θεωρητικά υποστηρίζει η Κυβέρνηση, στον κύριο του ακινήτου διαβρώνεται, αν δεν ακυρώνεται. Και αυτό συμβαίνει διότι μεταξύ άλλων στο κείμενο του Προέδρου επισημαίνονται και τα ακόλουθα: «Η επιλογή της αποκατάστασης θα ικανοποιείται νοουμένου ότι συνάδει με τα κριτήρια».

Και σε αυτήν τη φράση προστίθεται ότι εάν ο δικαιούχος επιλέξει την αποκατάσταση αλλά δεν συνάδει η περίπτωσή του με τα κριτήρια, τότε θα μπορεί να του παραχωρηθεί περιουσία ίσης αξίας στην ίδια ομοσπονδιακή μονάδα, ή αποζημίωση ή ανταλλαγή. Και αν υπάρχουν διαφωνίες από τον δικαιούχο θα πρέπει να προσφύγει σε μια επιτροπή (Διεθνή Ανεξάρτητη Επιτροπή Περιουσιών) με ίση εκπροσώπηση Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων και ίσο αριθμό ξένων. Και αν θεωρεί ότι και εκεί αδικείται, θα δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο Ακίνητης Περιουσίας με ίσο αριθμό Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων και ξένων δικαστών. Επί τούτων παρατηρούμε δυο πράγματα:
Α. Στην πρώτη γραμμή ιεράρχησης δεν τίθεται το δικαίωμα του ιδιοκτήτη, αλλά τα κριτήρια. Και η άσκηση του δικαιώματός του τίθεται υπό τον σαφή περιορισμό των κριτηρίων, καθώς και τα συμφέρονταν των σημερινών χρηστών.

Β. Στη δαιδαλώδη διαδικασία στην οποία θα εμπλέκεται ο δικαιούχος προκειμένου να αποκαταστήσει την περιουσία του. Αληθές είναι ότι η διαδικασία αυτή δεν θα είναι μόνο δαιδαλώδης αλλά και χρονοβόρα, καθώς και ψυχοφθόρα, προφανώς και δαπανηρή.

Και θα οδηγεί στο ξεπούλημα των ελληνοκυπριακών περιουσιών μέσω αποζημιώσεων ή άλλως πως, δημιουργώντας συνθήκες γι' ακόμη έναν τουρκικό στόχο: Αυτόν δηλαδή της πλειοψηφίας επί του εδάφους(!), που συμπληρώνει εκείνον της πληθυσμιακής, η οποία αποτυπώνεται επί της αρχής ότι: Τα πολιτικά δικαιώματα ασκούνται επί τη βάσει της εσωτερικής ιθαγένειας. Αυτό σημαίνει ότι στον βορρά θα έχουν δικαιώματα μόνο οι κάτοχοι της τουρκοκυπριακής ιθαγένειας. Διαφορετικά, πώς οι Τουρκοκύπριοι θα ελέγχουν το βόρειο συνιστών κράτος;

Συνεπώς, τα πολιτικά δικαιώματα θα παρέχονται επί φυλετικής και όχι δημοκρατικής βάσης, και η ομοσπονδία της Κύπρου καμιά σχέση δεν έχει με ομοσπονδιακά δημοκρατικά συστήματα όπως είναι αυτά των ΗΠΑ και της Γερμανίας, όπου ισχύει η αρχή ένας άνθρωπος μία ψήφος. Χωρίς να υπάρχουν φυλετικές διακρίσεις, εκ περιτροπής Προεδρίες και σταθμισμένες ψήφοι.


Ο φόβος της Γερμανίας και το αρνητικό προηγούμενο 
ΟΙ ΓΕΝΙΚΕΣ αρχές τις οποίες διατυπώνει ο Πρόεδρος περί μιας και ενιαίας κυριαρχίας και διεθνούς προσωπικότητας διαβρώνονται και εξουδετερώνονται μέσω του περιγράμματος λύσης και των αντιδημοκρατικών και ρατσιστικών διατάξεων, που στηρίζονται στη λογική της πολιτικής ισότητας ενός συνεταιρισμού, ο οποίος τελικώς νομιμοποιεί τον διοικητικό, πληθυσμιακό και διοικητικό διαχωρισμό της Κύπρου, δηλαδή τα τετελεσμένα της εισβολής.


Προκαλεί, δε, έκπληξη το γεγονός ότι ο Πρόεδρος έχει υπογράψει συμφωνία με τον κ. Ταλάτ, επί τη βάσει της οποίας οι Τούρκοι πολίτες, δηλαδή έποικοι και άλλοι που θα παραμείνουν στην Κύπρο, θα απολαμβάνουν ως Ευρωπαίοι πολίτες -χωρίς η χώρα τους να ενταχθεί στην ΕΕ- τις τέσσερεις βασικές ελευθερίες, όπως είναι η διακίνηση προσώπων, αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών. Η Κυβέρνηση εντάσσει το μέτρο αυτό στην αναλογία 4 προς 1. Δηλαδή, κάθε τέσσερις Έλληνες πολίτες που θα εργάζονται στην Κύπρο, θα έχει τα ίδια δικαιώματα και ένας Τούρκος.

Προβάλλει, δε, τον ισχυρισμό ότι με τη ρήτρα αυτή, μετά την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα αποτραπεί μεγαλύτερο τουρκικό κύμα, που θα πνίξει την Κύπρο. Και ποιος έχει υποστηρίξει ή αποδεχθεί ότι η ρήτρα αυτή θα ισχύσει και μετά την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ; Και ποιος και πώς θα ελέγξει τις αναλογίες και την κατάσταση; Ακόμη και αν τηρηθεί η αναλογία επί των προσώπων, πώς θα γίνει ο έλεγχος στη διακίνηση κεφαλαίων, υπηρεσιών και άλλων αγοραπωλησιών; Επί του παρόντος, ο Πρόεδρος προθυμοποιείται να κουβαλήσει στις πλάτες της Κύπρου την Τουρκία στην ΕΕ.

Ούτως ή άλλως, βεβαίως, εφόσον η Τουρκία δεν είναι μέλος της ΕΕ, για να ισχύσει η εν λόγω συμφωνία ο Πρόεδρος θα πρέπει, για χάρη των Τούρκων πολιτών και της Άγκυρας, να ζητήσει απόκλιση από το κοινοτικό κεκτημένο, στην εξής λογική: Η φόρμουλα αυτή θα ισχύει μόνο επί του εδάφους της Κύπρου. Αυτό όμως θα πρέπει να γίνει δεκτό από την ΕΕ, καθότι δημιουργεί αρνητικό προηγούμενο. Ειδικώς στην περίπτωση της Τουρκίας, η τάση που επικρατεί είναι ότι ακόμη και αν προκύψει πλήρης ένταξη, θα υπάρξει απόκλιση από το άρθρο 4 της Συνθήκης, που σημαίνει τον περιορισμό του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης Τούρκων εργατών.


Η λογική αυτή πηγάζει από το ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι, παρότι βρίσκονται πολύ μακρύτερα της Τουρκίας απ' ό,τι η Κύπρος, φοβούνται τα κύματα των Τούρκων που θα τους κατακλύσουν. Όταν φοβάται η Γερμανία, η Γαλλία και η Αυστρία, όπως και άλλες χώρες μια τουρκική πληθυσμιακή εισβολή, δικαιολογημένα δεν θα έπρεπε να ανησυχούμε κι εμείς ως παθόντες;


*Δρ Διεθνών Σχέσεων 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου