Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Το φυσικό αέριο, η Τουρκία και οι ψευδαισθήσεις: Μια γεωπολιτική ανάλυση



Του Νεόφυτου Καρκώτη
(*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο εκφραστικό όργανο του Μετώπου Κυπρίων Φοιτητών Η.Β., "Προπύργιο")


Το τελευταίο μήνα έχουν γραφτεί πολλά σε σχέση με την ανεύρεση πλούσιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και για την ανάγκη χάραξης μιας ορθής ενεργειακής πολιτικής. Στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων, έχουμε ακούσει δια στόματος του Προέδρου Χριστόφια, αλλά και της Υπουργού Εμπορίου κ. Πραξούλας Αντωνιάδου (έχει αφιερώσει και ολόκληρη επιστημονική μελέτη), πως το φυσικό αέριο μπορεί να αποτελέσει καρπό ειρήνης, σταθερότητας, αλλά και ομαλότητας στη περιοχή. 

Πιο σημαντικό δε, προέβησαν στον ισχυρισμό πως θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια κοινή ενεργειακή στρατηγική πολιτική με την Τουρκία στο απώτερο μέλλον, σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού, ώστε «όλοι μαζί να απολαύσουμε το φυσικό πλούτο». Φαίνεται, όμως, πως τόσο ο Πρόεδρος και η Υπουργός, όσο και όλοι οι πολιτικοί, ακαδημαϊκοί και επιχειρηματικοί κύκλοι που συμμερίζονται αυτή τη θέση, αγνοούν ορισμένους βασικούς άξονες: πρώτον, το γεωπολιτικό ισοζύγιο και την τριβή του με τις οικονομικές συγκυρίες, και δεύτερο, τη διαχρονική τουρκική πρακτική απέναντι στους γειτονικούς της λαούς.

Αποτελεί αφέλεια, αλλά και έλλειψη ρεαλιστικής κατανόησης της πραγματικότητας, η οποιαδήποτε «οικονομιστική» προσέγγιση που ισχυρίζεται πως η οικονομική συνεργασία ή δραστηριότητα μεταξύ δύο χωρών μπορεί στην ουσία από μόνη της να καταστεί γεωπολιτικός μεταβλητής και να εξουδετερώσει τις οποιεσδήποτε πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μελετώντας κανείς την Ιστορία, όπως τονίζει και ο Παναγιώτης Κονδύλης στο βιβλίο του «Θεωρία του Πολέμου», θα διαπιστώσει ακριβώς το αντίθετο. Για παράδειγμα, μεταξύ του 1900 και 1914 το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137%, το γερμανορωσσικό κατά 121%, ενώ τα περισσότερα διεθνή καρτέλ παραγωγής αποτελούσαν κοινή γερμανοβρετανική ιδιοκτησία. Παρά την ύπαρξη όμως αυτών των ισχυρών οικονομικών δεσμών, δεν παρεμποδίστηκαν από το να εμπλακούν σε ένα από τους φονικότερους πολέμους της ανθρώπινης ιστορίας. 

Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό, λοιπόν, είναι πως μια οικονομική συνεργασία δεν προκύπτει απαραίτητα από τις φιλικές σχέσεις μεταξύ δύο χωρών. Την ίδια στιγμή, δεν αποτελεί ούτε και ένδειξη νενομισμένων καλών πολιτικών σχέσεων όταν ακόμα γεωπολιτικές εκκρεμότητες βρίσκονται στο ορίζοντα, δηλαδή η μια από τις δύο χώρες τρέφει επεκτατικές βλέψεις έναντι της άλλης. Και ακριβώς όπως η εξωτερική πολιτική ενός κράτους δεν καθορίζεται πάντοτε από τις οικονομικές συνεργασίες, έτσι δεν καθορίζεται ούτε και από το εσωτερικό πολίτευμα που υπάρχει.

Συνεπώς, αυτό συνδέεται άμεσα με τις διάφορες οικονομικές θεωρίες, οι οποίες αδυνατούν ταυτόχρονα να μελετήσουν σωστά την ιδιαίτερη νέο-οθωμανική πρακτική στα ζητήματα της με τους γείτονες της ή τις μειονότητες εντός του τουρκικού κράτους. Από τη μια, η νεοφιλελεύθερη κοσμοπολίτικη προσέγγιση προβάλει το εξής επιχείρημα: η οικονομική ανάπτυξη αναδεικνύει μια κυρίαρχη επιχειρηματική τάξη, που προωθεί τον εκδημοκρατισμό οπότε η χώρα γίνεται σταδιακά φιλήσυχη, καθ’ ότι ο ιμπεριαλισμός είναι χαρακτηριστικό των μη δημοκρατικών χωρών. Αυτή η θέση, όμως, είναι εντελώς λανθασμένη καθώς η μεγαλοαστική τάξη, ειδικότερα σε ένα επιθετικό κράτος όπως η Τουρκία, έχει συνυφασμένα τα συμφέροντά της με την εθνική εξωτερική πολιτική της. Τρέφει κανείς την ψευδαίσθηση πως οι επιχειρηματικοί κύκλοι της Τουρκίας δεν καλοβλέπουν τις επεκτατικές βλέψεις του Ερντογάν στις πετρελαϊκές πηγές του Αιγαίου ή στα οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ; Ξεχνάμε πως ο πιο άκρατος επεκτατισμός ακολουθήθηκε από «δημοκρατικές» χώρες όπως η Μ. Βρετανία και οι ΗΠΑ, ενώ τα μεγαλύτερα πολεμικά εγκλήματα της μεταψυχροπολεμικής περιόδου έγιναν στο όνομα της «δημοκρατίας»;

Από την άλλη βέβαια, έχουμε και την «διεθνιστική» μορφή και παραλλαγή του «οικονομισμού» (που πιθανώς ασπάζεται η κυβέρνηση του ΑΚΕΛ), σύμφωνα με την οποία ορισμένοι καλοθελητές θεωρούν πως ο τουρκικός επεκτατισμός ίσως παρέλθει σε μια χρονική περίοδο, αφού αποτελεί επιδίωξη της άρχουσας τάξης και όχι του συνόλου του τουρκικού λαού. Η συγκεκριμένη θέση ίσως να είχε ισχύ σε κάποιο άλλο κράτος κάποιου άλλου σύμπαντος, όχι όμως στη Τουρκία του 21ου αιώνα. 

Η καλλιέργεια της «ηγεμονίας» όπως θα το έθετε ο Αντόνιο Γκράμσι, και η βιομηχανία των δημοσίων σχέσεων, έχει χειραγωγήσει τις μάζες ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, αλλά και όλους τους πολιτικούς χώρους με τέτοια μέσα, ώστε η συντριπτική πλειοψηφία των Τούρκων να αποδέχεται τον επεκτατισμό ωσάν να είναι φυσιολογική εξέλιξη του νέο-οθωμανικού κράτους. Παραδείγματα αρκετά και ισχυρά: πρώτον, η τουρκική εισβολή στο νησί μας και η κατάληψη της μισής μας πατρίδας διεξάχθηκε κάτω από τις οδηγίες ενός σοσιαλιστή πρωθυπουργού, του Μπουλέντ Ετζεβίτ, δεύτερο, το Τουρκικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και η Εργατική Ομοσπονδία DISK πρωτοστάτησαν στη διεξαγωγή εράνου για να αποσταλεί χρηματική βοήθεια στα τουρκικά στρατεύματα το 1974. Δεν πρέπει να λησμονείται επίσης, η εχθρική στάση που κράτησε το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα απέναντι στη Κουρδική εξέγερση του 1925. 

Επομένως, όσοι τονίζουν πως το φυσικό αέριο αποτελεί ευκαιρία άμβλυνσης των γεωπολιτικών μας διαφορών με τη Τουρκία, δημιουργούν ψευδαισθήσεις τόσο στους εαυτούς τους όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Η πολιτική δεν είναι αντανάκλαση των οικονομικών εξελίξεων, αλλά διαθέτει τη δική της αυτονομία, ειδικότερα όταν πρόκειται για τη Τουρκία που απόδειξε πάμπολλες φορές την αδηφάγο επιθετικότητα της. Σίγουρα, όμως, είναι αυτονόητο πως ο υποθαλάσσιος πλούτος της Κύπρου αποκτά εξαιρετικά σημαντικές παραμέτρους, τόσο εθνικά, όσο και κοινωνικά. Μια προσεκτική χάραξη εθνικής στρατηγικής πολιτικής, θα δημιουργήσει συμμαχίες με κράτη που διεκδικούν ένα πιο καθοριστικό ρόλο στη περιοχή, για παράδειγμα τη Ρωσία, ενώ θα αναβαθμίσει την ενεργειακή θέση του Ελληνισμού μέσα από τη συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου. Επίσης, μπορεί να καταστεί σημαντικός πυλώνας για την ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών στο τομέα της παιδείας, αλλά και της τεχνολογικής προόδου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου